Σκέψου

Σκέψου

Φίλιπ Τερ στη ROSA: Το χάσμα μεγαλώνει!

Share:

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email

Η Ευρώπη μοιάζει σήμερα πολύ πιο διχασμένη από ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς πριν από μερικές δεκαετίες παραδέχεται ο Ιστορικός Φίλιπ Τερ συγγραφέας του βιβλίου «Το άλλο τέλος της Ιστορίας»

Συνέντευξη στον Κώστα Αργυρό

«Το κακό με το λαϊκισμό είναι ότι αυτοί που τον χρησιμοποιούν στο τέλος πιστεύουν όλο και περισσότερο στην προπαγάνδα τους» προειδοποιεί ο Φίλιπ Τερ, καθηγητής του Ινστιτούτου Ιστορίας της Ανατολικής Ευρώπης στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Το όνειρο της ενωμένης Ευρώπης που κυριαρχούσε στην περιοχή μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων φαντάζει σήμερα πολύ μακρινό, ενώ το πάνω χέρι στις περισσότερες από αυτές δείχνουν να έχουν εθνικιστικές και αντιευρωπαϊκές δυνάμεις.

Φυσικά υπάρχουν αντιστάσεις, αλλά η πλειοψηφία φαίνεται προς το παρόν να ανήκει σε ακραίες συντηρητικές δυνάμεις, όπως φάνηκε και στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στην Πολωνία. Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Το άλλο τέλος της Ιστορίας. Ο μεγάλος Μετασχηματισμός», που εκδόθηκε πέρσι, ο γεννημένος στη Βαυαρία ιστορικός σημείωνε ότι οι θριαμβολογίες για την «επικράτηση της Δύσης» το μακρινό 1989 μοιάζουν σήμερα εντελώς κούφιες. Αναφερόταν σε σημαντικά λάθη στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής και στις δύο μεριές του πρώην τείχους μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Ο Φίλιπ Τερ είχε προκαλέσει αίσθηση ήδη το 2014 με το βιβλίο του «Μια νέα τάξη πραγμάτων για μια παλιά ήπειρο» όπου περιέγραφε πως οι πρώην χώρες του «Ανατολικού μπλοκ» υποτάχθηκαν τάχιστα σε μια νεοφιλελεύθερη τάξη και υποβλήθηκαν στο καθεστώς ιδιωτικοποίησης και απελευθέρωσης. Ο συγγραφέας έχει ζήσει αρκετά χρόνια στην Τσεχική Δημοκρατία, την Πολωνία και την Ουκρανία και μπορεί να μιλήσει από πρώτο χέρι για αυτές τις αλλαγές.

Πώς είναι λοιπόν σήμερα η Ευρώπη τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους και την πτώση των καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη; περισσότερο ενωμένη ή περισσότερο διχασμένη;

Σίγουρα πιο διχασμένη. Εντάξει, τότε με την πτώση του τείχους, υπήρχε ακριβώς ακόμα το τείχος και χρειάζονταν η παροχή ελεύθερης βίζας, οι συμφωνίες σύνδεσης, μετά η διεύρυνση της ΕΕ και όλα αυτά ήταν σημαντικά βήματα. Ομως τότε το κυρίαρχο σύνθημα στην Ανατολική Ευρώπη ήταν η αποκαλούμενη «Επιστροφή στην Ευρώπη». Με αυτό εννοούσαν κάτι περισσότερο από τη δυτική ευμάρεια. Ηταν ίσως μια εξιδανικευμένη Ευρώπη, στα πρότυπα του Βάτσλαβ Χάβελ, του τότε Τσεχοσλοβάκου προέδρου. Αλλά υπήρχαν και άλλοι διανοούμενοι που συντηρτούσαν μια ιδανική εικόνα της Ευρώπης.

Σήμερα σε αυτές τις χώρες υπάρχει μια κατάσταση, όπου για παράδειγμα ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν βρίζει την Ευρώπη. Υποστηρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελεί μια «επανέκδοση της Σοβιετικής Ενωσης». Αυτό φυσικά εξυπηρετεί και προεκλογικούς σκοπούς. Αλλά το κακό με το λαϊκισμό είναι ότι αυτοί που τον εκφράζουν, όταν επαναλαμβάνουν συνέχεια την προπαγάνδα τους, κάποια στιγμή αρχίζουν να την πιστεύουν και οι ίδιοι.

Σε ότι αφορά την κρίση της Ευρώπης, με αφορμή την χρηματοπιστωτική κρίση και στη συνέχεια την κρίση της Ευρωζώνης δεν υπάρχει πια μόνο η διαίρεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά φυσικά και εκείνη μεταξύ Βορρά και Νότου. Γιατί υπήρξε μια σημαντική οικονομική απόκλιση, αντί της προσκοκούμενης σύγκλισης των οικονομιών. Χώρες όπως η Γερμανία και φυσικά και η Αυστρία ευνοήθηκαν. Στην Ιταλία η κρίση ήταν τόσο βαθιά όσο περίπου η μετακομμουνιστική κρίση στην Ανατολική Ευρώπη το 1989. Ακόμα χειρότερα εννοείται ότι ήταν στην Ελλάδα. Αυτό δεν μπορεί να είναι καλό. Κάποτε η Ευρώπη είχε σαν στόχο της την εξίσωση των συνθηκών ζωής. Αλλά τώρα το χάσμα μεγαλώνει.

 

Τελικά εφαρμόστηκε στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης η περίφημη «θεραπεία σοκ» για μια απότομη εισαγωγή στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς με κάθε κόστος;

Η «θεραπεία σοκ»αποτελεί ένα μύθο. Υπήρξε ως σχέδιο, αλλά πόσο πραγματικά λειτούργησε; Συχνά ακούγεται ότι η «θεραπεία σοκ» ήταν η αρχή των μετέπειτα οικονομικών επιτυχιών ή της οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν αποδεικνύεται. Αυτό που έπαιξε σημαντικό ρόλο μετά το 1989 ήταν το γεγονός ότι ο πληθυσμός ήταν καλά εκπαιδευμένος. Ενα πολύ καλό σύστημα Παιδείας, το οποίο στη συνέχεια παραμελήθηκε. Δεύτερος σημαντικός παράγοντας ήταν η γεωγραφική θέση. Δηλαδή χώρες, που βρίσκονταν σχετικά δυτικά όπως η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία τα πήγαν σχετικά καλά. Οι πιο απομακρυσμένες είχαν πολύ περισσότερα προβλήματα. Και τρίτο σημαντικό ζήτημα ήταν και η χρονική συγκυρία.

Δεν ήταν λοιπόν η «θεραπεία σοκ» Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα δει ριζικές μεταρρυθμίσεις, αλλά εκεί που είχαν πραγματικά επιτυχία χρειάστηκε να υπάρξει μια ηπιότητα και πραγματισμός. Με άλλα λόγια στην πράξη δεν ήταν τόσο ακραίο, όσο μπορεί να έμοιαζε στα χαρτιά. Στα χαρτιά ήταν πολύ ακραίο, έτσι ώστε να προσελκυθούν επενδυτές, οι ξένοι επενδυτές. Αλλά ο μύθος της «θεραπείας σοκ» άντεξε και για αυτό και επανήλθε ως πρόταση κατά τη διάρκεια της κρίσης για παράδειγμα για την Ελλάδα.

 

Ναι αλλά σε κάποιες χώρες εφαρμόστηκαν ακραία προγράμματα, για παράδειγμα στην κατεύθυνση των ιδιωτικοποιήσεων που έφεραν και ένα μεγάλο κύμα ανεργίας.

Οι ριζοσπαστικές μεταρυθμίσεις προέβλεπαν πράγματι μια ραγδαία ιδιωτικοποίηση που στη Γερμανία πάντως δεν λειτούργησε, στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Και στην Πολωνία υπήρξε μια αλλαγή στρατηγικής. Ο πατέρας των πολωνικών μεταρρυθμίσεων Μπαλτσερόβιτς ήταν μάλλον πραγματιστής και μετέθεσε την ιδιωτικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων για πολιτικούς λόγους. Πρώτον γιατί υπήρχαν πολλές αντιστάσεις και κατά δεύτερον εξαιτίας του φόβου της ανεργίας.

Δύο ακόμα στοιχεία της «θεραπείας σοκ» ήταν η απελευθέρωση και η απορρύθμιση. Η απορρύθμιση δεν είναι πια της μόδας επειδή αυτή ακριβώς οδήγησε στην κρίση του 2008-2009. Οσον αφορά την απελευθέρωση η ΕΕ είναι ήδη μια ελεύθερη αγορά, με ελεύθερη ανταλλαγή προϊόντων και κίνηση κεφαλαίων. Ολα αυτά λοιπόν υπάρχουν. Αν μιλά κανείς για «θεραπεία σοκ» για μια χώρα σαν την Ελλάδα, αυτή θα αφορούσε άλλους τομείς. Ο μύθος λοιπόν παραμένει ζωντανός αλλά δεν ήταν η βάση της όποιας επιτυχίας.

 

Ενα σημαντικό πρόβλημα σε αυτές τις χώρες είναι η και η απαξίωση της πολιτικής από μια μερίδα της κοινωνίας, ειδικά από τη νεολαία. Γιατί είναι τόσο έντονο αυτό;

Ενα πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες έχουν την αίσθηση πως οτιδήποτε και αν ψηφίσουν στο τέλος τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Για παράδειγμα αυτές οι ακραίες «μεταρρυθμίσεις» θα προωθηθούν έτσι και αλλιώς. Αυτός ήταν και ο λόγος για τη χαμηλή συμμετοχή στις εκλογές για παράδειγμα. Αυτό πάλι είχε σαν αποτέλεσμα σε χώρες όπως η Πολωνία το 2015, το κυβερνών κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης με ένα ποσοστό κάτω από το 38%, που αν υπολογίσουμε τη συμμετοχή στην ουσία δεν ήταν ούτε 19% να αποκτήσει την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοχηφία και άρχισε να συμπεριφέρεται λες και είχε μια συνταγματική πλειοψηφία δύο τρίτων.

Αυτό έχει να κάνει με την «απο-κινητοποίηση» και αδιαφορία των πολιτών. Πολλοί άνθρωποι γύρισαν την πλάτη τους στη δημοκρατία. Αυτό είναι όμως ένα γενικότερο πρόβλημα. Φυσικά και οι Ιταλοί αναρωτιούνται συχνά τι αξία έχει η ψήφος τους και φαντάζομαι ότι και στην Ελλάδα θα υπάρχει κάτι ανάλογο. Δεν είναι ακριβώς ένα πρόβλημα της ΕΕ. Είναι ένα πρόβλημα κυριαρχίας. Το ερώτημα δηλαδή τι μπορεί να κάνει ένα μεμονωμένο κράτος εν μέσω της παγκοσμιοποίησης, αλλά και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Πόση εξουσία διαθέτει; Και απέναντι στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το πλαίσιο είναι πολύ περιορισμένο και έτσι προκύπτει στο τέλος ένα πρόβλημα δημοκρατίας. Τόσο στην Ανατολική Ευρώπη όσο και στη Νότια.

Share:

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email