Η ROSA στην πρόβα της παράστασης «Με τις Μέλισσες ή με τους Λύκους»

«Με τις Μέλισσες ή με τους Λύκους»

Η ROSA βρέθηκε στον κινηματογράφο Τριανόν, στις πρόβες της σκηνικής πράξης «Με τις Μέλισσες ή με τους Λύκους», την απόδοση της αγόρευσης του Θανάση Καμπαγιάννη, του συνηγόρου πολιτικής αγωγής και εκπροσώπου των Αιγυπτίων αλιεργατών στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Η δίκη αυτή που κράτησε πεντέμισι χρόνια, συνιστώντας τη μεγαλύτερη σε διάρκεια δίκη στην ιστορία του ελληνικού κράτους αλλά και τη μεγαλύτερη δίκη ναζιστικής οργάνωσης σε παγκόσμιο επίπεδο μετά τη δίκη της Νυρεμβέργης, έφτασε στο τέλος της. Η αγόρευση του δικηγόρου Θανάση Καμπαγιάννη που φώτισε την ύπαρξη δύο κόσμων, αυτού της ακραίας βίας των ισχυρών, του ρατσισμού, του μίσους και αυτού της αλληλεγγύης, του αγώνα και της συντροφικότητας, υπήρξε εμβληματική.

Στο έργο «Με τις Μέλισσες ή με τους Λύκους» ο λόγος του Θανάση Καμπαγιάννη ξαναζωντανεύει μέσα από την ερμηνεία του ηθοποιού Γεράσιμου Γεννατά και τη μουσική που συνθέτει το παζλ της αφήγησης.

Στην πρόβα τους, ο Γεράσιμος Γεννατάς (ερμηνεία), ο Παύλος Κατσιβέλης (μουσική), ο Γιώργος Χανός (μουσική), η Δανάη Λιοδάκη (σκηνοθετική επιμέλεια & δραματουργική επεξεργασία) και ο Νικόλας Κανάβαρης (σκηνογραφική επιμέλεια) με το πηγαίο ταλέντο τους και την αστείρευτη αγάπη τους για αυτό που κάνουν, μάς έδειξαν την αφοσίωσή τους στον κόσμο των «Μελισσών».

Η Ματίνα Κοντού συζήτησε με τους συντελεστές του έργου, για το πώς γεννήθηκε αυτή η καλλιτεχνική ιδέα, τι θα ήθελαν να επικοινωνήσουν με το έργο τους, τις δυσκολίες μεταφοράς ενός δικανικού λόγο στο θεατρικό σανίδι, εάν σε μία κοινωνία εκτός από μέλισσες και λύκους υπάρχουν και πρόβατα και αν ναι πώς μπορούν να αφυπνιστούν, και τέλος, τι είναι αυτό που τους γεμίζει ενέργεια όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά.

Αναλυτικά, η συζήτηση:

Πώς προέκυψε η ιδέα για την απόδοση της αγόρευσης του κ. Καμπαγιάννη σε μία από τις πλέον σημαντικές δίκες, με βαρύτατο πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα;

Παύλος Κατσιβέλης: Διαβάσαμε την αγόρευση του κ. Καμπαγιάννη όταν πρωτοβγήκε στο Ίντερνετ κι εκτός του πολιτικού ενδιαφέροντος, μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα και καλλιτεχνικά. Η ιδέα ήταν πόσο τρομερό ενδιαφέρον θα είχε αν την έβλεπα ανεβασμένη. Το συζητήσαμε με τα παιδιά που ενδιαφέρθηκαν και έτσι άρχισε.

 

Η δίκη της Χρυσής Αυγής μετά από 5,5 χρόνια έφτασε στο τέλος της, με ολόκληρη την κοινωνία να περιμένει με αγωνία την απόφαση. Εσείς που πλέον έχετε μεγάλη εξοικείωση με την αγόρευση της πολιτικής αγωγής, τι θέλετε να επικοινωνήσετε με το έργο σας;

Γεράσιμος Γεννατάς: Εγώ θα ήθελα να πω κάτι που ενδεχομένως να ακουστεί πολύ αφελές, naive και παιδικό. Θα έλεγα επειδή περιμένουμε την απόφαση, επειδή λέμε αν πρόκετιαι για εγκληματική οργάνωση ή όχι, αν πρόκειται για δολοφονία, για, για… όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς εν πάσει περιπτώσει. Λέμε ότι είναι μία από τις πιο σημαντικές -και είναι- πολιτικές δίκες των τελευταίων δεκαετιών. Η ερώτηση η δική μου είναι και προς τον εαυτό μου, αλλά θα έλεγα και προς κάθε έναν άνθρωπο που θα είχα απέναντί μου, είναι να σκεφτούμε το εξής: Δεν θα ήταν καλύτερα να μην υπάρχουν όλα αυτά τα ερωτήματα; Ας αναρωτηθούμε για αυτό. Αυτό κατά τη γνώμη μου δηλώνει ότι δεν είναι τυχαίο τίποτα. Ότι στο καζάνι αυτό που βράζει, κάποιος βάζει τη φωτιά από κάτω, κάτι συμβαίνει. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν. Μπορεί να φανεί ως εξυπνάδα, αλλά υπάρχουν πολύ ουσιαστικά ερωτήματα γιατί αυτό είναι ένα μετερίζι.

Δανάη Λιοδάκη: Εγώ νομίζω ότι σε ένα πρώτο επίπεδο θέλουμε να συμβάλλουμε κι εμείς στην κουβέντα που γίνεται ενόψει της δίκης και να συνηγορήσουμε με έναν τρόπο στο ότι δεν είναι αθώοι και να δημιουργήσουμε μία συζήτηση γύρω από αυτό. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μας ενδιέφερε και καλλιτεχνικά το θέμα αυτό των “Μελισσών” και των “Λύκων” και θέλουμε κι εμείς να φωτίσουμε με έναν καλλιτεχνικό τρόπο και τον κόσμο της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς και της αγάπης που με έναν τρόπο αντιπροσωπεύουν οι μέλισσες σε αυτό το έργο.

Παύλος Κατσιβέλης: Εγώ υπήρχαν πολλές στιγμές στην εμπλοκή μου με τα πολιτικά -ειδικά μικρότερος- που άφηνα πολύ απ’ έξω τον λυρισμό, την καλλιτεχνική προσέγγιση στη ζωή και την πολιτική κλπ ενόσω ασχολούμουν με την τέχνη πολύ ενεργά. Γιατί έλεγα “όχι η πολιτική πρέπει να είναι πιο…” Και σε ένα τόσο σκληρό, ενδιαφέρον, οξυδερκές και γαμάτο κείμενο του Καμπαγιάννη, βλέπει κανείς ότι υπάρχουν καλλιτεχνικές διαστάσεις και ο ίδιος ο λυρισμός μέσα στη δικιά μας την παράδοση, τη δικιά μας τη φιλολογία, -της αριστεράς εννοώ-, στα κείμενά μας κλπ, ο οποίος καλό είναι για τη ζωή μας να τον αναδεικνύουμε. Δηλαδή, μπορεί να βοηθάει το γεγονός ότι άνθρωποι που δεσμεύονται στον κοινωνικό αγώνα όλη τους τη ζωή, επίσης παρέχουν και δυνατότητες για να υπάρχει ο καλλιτεχνικός λυρισμός, μία μη ορθολογική ας πούμε προσέγγιση στα πράγματα. Αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα ακόμη στοιχείο.

Γεράσιμος Γεννατάς: Πρέπει οπωσδήποτε μέσα σε ένα άρμα μάχης, σε ένα τανκ, ή μέσα σε ένα διαστημόπλοιο, να υπάρχει και λίγο ποίηση, δεν πρέπει;

Παύλος Κατσιβέλης: Με μία έννοια, αυτό είναι αναπόδραστο. Το ίδιο το άρμα μάχης, το τανκ, το σίδερο, έχουν μια δική τους ποιητική. Αρκεί κανείς να το κοιτάξει. Με ενδιαφέρει ειλικρινά μία τέτοια κουβέντα. Δεν υπήρχε παρόμοια ποίηση πριν αρχίσει να γράφει ο Καββαδίας για τα τσακώνια και τα αμόνια. Χεστήκανε όλοι για αυτά αλλά μήπως, αναρωτιέται κανείς, έχει ποίηση αυτό το πράγμα; Μήπως έχει ποίηση η ζωή ενός αγωνιστή δικηγόρου;

 

Η μεταφορά της δίκης στο θέατρο δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Ναι μεν υπάρχουν συναισθηματικές αγορεύσεις, όμως είναι δύσκολο να δραματοποιήσεις κείμενα δικανικού περιεχομένου. Πώς έχετε χειριστεί την εν λόγω δυσκολία;

Γεράσιμος Γεννατάς: Είναι πάρα πολλές. Είναι πάρα πολλές γιατί είναι ακριβώς αυτό που περιγράφεις. Είναι πολύ μικρό το “μονοπατάκι” ανάμεσα στο να ακουστεί μόνο το κείμενο και να μην ακουστούν όλες αυτές οι περικοκλάδες και όλα αυτά τα στολίδια, τα ποικίλματα που βάζουμε στο Χριστουγεννιάτικο το δεντράκι ας πούμε. Όταν κάνεις μία παράσταση αυτά είναι πολύ δουλεμένα. Κι εδώ δουλεύουμε αλλά εγώ διαβάζω το κείμενο, δεν ξέρω το κείμενο. Ο Θανάσης Καμπαγιάννης ήξερε το κείμενο αυτό απ’ έξω, όχι απλά επειδή το είχε γράψει, επειδή ήταν στη σκέψη του και ήταν εκεί πέντε χρόνια. Οπότε, θέλω να πω ο λόγος του ήταν ένας ζωντανός λόγος. Γύρναγε προφανώς και συμβουλευόταν τις σημειώσεις του και τα τετράδιά του και τα στοιχεία του, αλλά ήταν ένας λόγος που έβγαινε μέσα από το μυαλό του, μέσα από την καρδιά του και απευθυνόταν σε ενεστώτα, ζωντανό χρόνο. Εδώ, είναι κάτι διπλανό και αυτό το διπλανό ενέχει αυτές τις σκέψεις. Εγώ θα έλεγα ότι δεν απαντιούνται αυτά τα πράγματα. Δεν απαντιούνται οριστικά. Απλά όπως ρωτάς εσύ, έτσι αναρωτιώμαστε κι εμείς κάθε στιγμή και κάτι κάνουμε. Μπορεί σε τρεις μήνες να κάναμε κάτι άλλο ή μπορεί εδώ, τώρα, να κάναμε κάτι άλλο και κάτι άλλο και κάτι άλλο και σίγουρα αυτό που θα θέλαμε είναι να “συζητήσει” με τη σκέψη των ανθρώπων και ξέρεις, να συζητήσει με τη σκέψη του καθενός ξεχωριστά.

Γιώργος Χανός: Αυτό που συζητούσαμε από την αρχή ήταν να μην κάνουμε μία καλλιτεχνική διακόσμηση πάνω στο κείμενο και μία καλλιτεχνική απόδοση του κειμένου, αλλά να φτιάξουμε ένα έργο -αν μπορούμε να πούμε- με αυτό το κείμενο, το οποίο και αυτό περιέχει τις δυσκολίες του στο πώς προσεγγίζεις ένα τέτοιο κείμενο ή πώς τέλος πάντων, το εντάσσεις και δημιουργείς με ένα τέτοιο κείμενο μία δραματική πράξη, όπως κι αν μπορεί να θεωρηθεί αυτή.

 

Στην ζωή υπάρχουν Μέλισσες και Λύκοι. Συχνά όμως υπάρχουν και οι παρατηρητές που με την ανοχή τους συμπράττουν στο έγκλημα. Η κοινωνία πολλές φορές φτάνει να τους αποκαλεί «πρόβατα». Η παράσταση αυτή αλλά και εν γένει η τέχνη πιστεύετε ότι μπορούν να αφυπνίσουν αυτήν την μερίδα του κόσμου;

Νίκος Κανάβαρης: Νομίζω ότι ειδικά σε πολωμένες καταστάσεις, κάπως τα πράγματα “καθαρίζουν” από μόνα τους. Δηλαδή, μπορεί σε περιόδους που τα πράγματα είναι πιο ομαλά να υπάρχει μία ενδιάμεση γκρίζα ζώνη αλλά το 2013, τον Σεπτέμβρη όταν σκοτώσανε τον Φύσσα, δεν υπήρχανε πρόβατα. Κάπως τα πράγματα πολώθηκαν με έναν πολύ έντοντο τρόπο και δικαίως πολώθηκαν γιατί έγινε μία ακραία ας πούμε ενέργεια και σκοτώθηκε ένας από εμάς, δολοφόνησαν έναν από εμάς. Οπότε αντίστοιχα και τώρα, σε αυτή τη συγκυρία, κάπως -και σωστά το χτίζει αυτό το σχήμα ο Καμπαγιάννης πιστεύω και το απευθύνει στο δικαστήριο, γιατί ακριβώς δεν μπορείς να πάρεις μία μέση τοποθέτηση. Δεν μπορείς να κρατήσεις ίσες αποστάσεις και να πεις ̈ναι μεν, αλλά..”. Κάπως με έναν τρόπο, θα κληθείς να βάλεις μία ματιά. Θα κληθείς από την πρόθεσή σου να έχεις μία θέση, να πεις ποιον συμπαθείς περισσότερο.

Παύλος Κατσιβέλης: Νομίζω ότι υπάρχει και μία πιο μακραίωνη ματιά πάνω σε αυτό το θέμα που έθεσε ο Νίκος. Δηλαδή, στα 80’s και τα 90’s ήταν πιο εύκολο να είσαι ευμενώς ουδέτερος προς το σύστημα. Δεν ξέρω αν λέμε το ίδιο. Δηλαδή πραγματικά, επειδή υπήρχε μία οικονομική λειτουργία του καπιταλισμού καλύτερη, έδινε κάποια λεφτά, μετά τα ζητήματα που τέθηκαν και τα διλήμματα ήταν πιο έντονα. Ίσως από εκεί και πέρα, να αρχίζει να ξεχωρίζει το πράγμα και ακόμα και σήμερα πιστεύω ότι το να διαλέξεις να είσαι ευμενώς ουδέτερος στο σύστημα είναι μία πολύ μεγάλη θέση. Είναι θέση. Πάντα ήταν. Αλλά ίσως στα 90’s άκουγες λίγο Nirvana, λίγο αυτό, είχε και σκυλάδικα, ξεχνιόσουν, διάβαζες λίγο Άρλεκιν (ερώτηση προς Γεράσιμο Γεννατά: τι κάνανε τότε;). Εγώ πιστεύω ότι σήμερα δεν δικαιολογείται πολύ το “δεν ήξερα”. Δικαιολογείται, σε κάποιους ανθρώπους αλλά λιγότερο.

Γεράσιμος Γεννατάς: Πάντως τώρα είναι χειρότερα. Είναι πολύ σκληρή αυτή η ερώτηση.

Γιώργος Χανός: Και στο ερώτημα εάν η Τέχνη είναι ένας τρόπος για να πάρουν θέση αυτοί οι άνθρωποι, δεν ξέρω αν η Τέχνη μπορεί να έχει όντως τέτοια λειτουργία. Η Τέχνη παίρνει κάποια ερεθίσματα, τα χρησιμοποιεί, φτιάχνει κάποιο υλικό και το προτείνει στον κόσμο. Πρέπει να είναι ο ίδιος ο κόσμος διαθέσιμος ώστε να το εκλάβει αυτό και να το χειριστεί όπως θέλει.

Δανάη Λιοδάκη: Αλλά είναι και πολιτική η Τέχνη, όπως όλα. Νίκος Κανάβαρης: Αυτό είναι η ερώτηση τελικά.

Γιώργος Χανός: Είναι πολιτική πράξη να κάνεις Τέχνη αλλά δεν μπορείς επειδή κάνεις ένα έργο, να πείσεις έναν άνθρωπο άμα δεν είναι ο ίδιος διαθέσιμος να το κάνει.

Δανάη Λιοδάκη: Ό,τι και να κάνεις σε μία κοινωνία, επηρεάζει όλους τους άλλους. Και το αν εγώ πάρω το πλαστικό ποτήρι του καφέ να το πετάξω στα σκουπίδια φεύγοντας από εδώ, είναι μία πολιτική πράξη που αν το δεις εσύ, μπορεί να πεις “α μήπως να το πετάξω κι εγώ το σκουπίδι μου και να μην το αφήσω;”

Παύλος Κατσιβέλης: Άρα νομίζω ότι μπορούμε πια να καταλήξουμε μετά από όλη αυτή τη συζήτηση ότι είναι μία εργασία σαν τις άλλες με τις διαφορές της, και έχει να κάνει με το πώς την χρησιμοποιείς.

Νίκος Κανάβαρης: Απευθύνεται και στην κοινωνία, είναι ένα βασικό στοιχείο αυτό.

Παύλος Κατσιβέλης: Με όλα σχεδόν απευθύνεσαι στην κοινωνία. Αλλά υπάρχει και το ιδεολογικό φορτίο, που είναι μεγαλύτερο.

 

Σίγουρα υπήρξαν δυσκολίες στην προσπάθεια που κάνετε. Ποια σκέψη είναι αυτή που σας γεμίζει με ενέργεια, όποτε παρουσιάζονται μικρά ή μεγάλα εμπόδια;

Δανάη Λιοδάκη: Οι Μέλισσες, τα Μελισσάκια.

Παύλος Κατσιβέλης: Συμφωνώ με τη Δανάη. Δεν ξέρω, ίσως να μπαίνει το κομμάτι της πολιτικής στράτευσης. Δεν απογοητευόμαστε. Εγώ δεν απογοητεύομαι. Ξέρεις όταν αρχίζεις μία διαδικασία, ότι θα υπάρχουν πολλά προβλήματα και πολλά καλά. Εμάς μας τύχανε και πολλά καλά εδώ. Θέλαμε αυτήν την ημερομηνία, βρήκαμε το Τριανόν που είναι οι άνθρωποι εδώ υπέροχοι. Ο Θανάσης από την αρχή μας εμπιστεύτηκε, κάναμε ραντεβού, μας έδωσε το κείμενο, μας είπε ντεσού από τη δίκη. Είμαστε αρκετά ευθυγραμμισμένοι καλλιτεχνικά μεταξύ μας, που αυτό δεν είναι εύκολο. Βρήκαμε τον Φοίβο, τον υπέυθυνο παραγωγής μας που είναι ένας καταπληκτικός τύπος. Αλλά εγώ και πάρα πολλές δυσκολίες να υπήρχανε, θα σκεφτόμουνα ωραία τώρα τι μπορούμε να κάνουμε; Είναι σαν την πολιτική, είναι κάτι πολύ δύσκολο αλλά δεν έχεις τη δυνατότητα να σταματήσεις

Γιώργος Χανός: Και νομίζω ότι διαλέγοντας να κάνουμε αυτές τις δουλειές έχουμε συνηθίσει τα προβλήματα, οπότε δεν είναι κάτι νέο. Όταν εργάζεσαι πάνω στην Τέχνη, έχεις συνηθίσει να αντιμετωπίζεις πολλά προβλήματα μονίμως. Οπότε, είναι κάτι που έχουμε συνηθίσει.

Δανάη Λιοδάκη: Εγώ προσωπικά, κάθε φορά που περνάμε το κείμενο και φτάνουμε σε αυτό το σημείο που μιλάει για τον διχασμό τον Μελισσών και των Λύκων, μου φαίνεται πολύ ελπιδοφόρο αυτό που έχει βάλει ο ίδιος ο Θανάσης Καμπαγιάννης που λέει ότι ναι μεν σε όλη αυτήν την υπόθεση φωτίζεται ο κόσμος των Λύκων, αλλά αναδύθηκε ο κόσμος των Μελισσών και μέσα σε αυτόν τον κόσμο που θέλουμε κι εμείς να λέμε ότι υπάρχουμε και δρούμε, όταν βλέπεις και τα άλλα πράγματα να φωτίζονται και να αναδύονται, κάπως παίρνεις κουράγιο κι έμπνευση από αυτό και θες να συνεχίσεις.

Γεράσιμος Γεννατάς: Ξέρεις τι γίνεται ρε παιδί μου; Υπάρχουν όλα αυτά τα πράγματα τα οποία αυτοί που βρίσκονται πολύ πιο ψηλά στο επίπεδο της ιεραρχίας της κοινωνίας, της εξουσίας της κοινωνίας… Δηλαδή τι θα πει κοινωνικός αυτοματισμός; Τι θα πει κοινωνική συναίνεση; Υπάρχουν κάτι πολύ ωραίες λέξεις και κάτι πολύ ωραία λεκτικά σχήματα. Εγώ σου λέω το απλό. Ξεκινάς το πρωί από το σπίτι σου. Περπατάς δίπλα από έναν οδηγό. Εάν λοιπόν αυτός ο οδηγός αποφασίσει παντού και πάντα να δίνει προτεραιότητα ό,τι και να συμβεί, θα φτάσει λίγο πιο αργά στον προορισμό του. Δέκα λεπτά, μισή ώρα. Θα μου πεις, κοστίζει αυτό. Λοιπόν, αυτός που θα δίνει συνέχεια προτεραιότητα και θα χαμογελάει, θα πάει στη δουλειά του και δεν θα έχει κανένα πρόβλημα. Εάν όμως αρχίσει τα “Που πας;”… (την ίδια στιγμή με έναν ευφάνταστο αυτοσχεδιασμό, αναπαριστά τους βιαστικούς οδηγούς). Σκέψου τώρα ένα παιδί με Saxo ή κανένα τέτοιο αυτοκινητάκι, μικρά παντού φιμέ τζάμια, λίγο ανοιχτό το τζάμι, στερεωφονικό μέσα που δε γίνεται άλλο, συννεφιασμένος καιρός, μπαίνει σε τούνελ, δεν ανάβει τα φώτα, φοράει μαυρα γυαλιά και ακούει σκυλάδικα, ε πού να πάει αυτός; Τι έχει αυτός να μοιραστεί με τον κόσμο; Δηλαδή, μπορούμε να κοιταχτούμε στα μάτια και να καταλαβαίνουμε ότι κάπου θέλουμε να πάμε. Εσύ πας από αυτό το στενό εκεί, εγώ από αυτό το στενό εδώ. Κάπου θέλουμε να πάμε. Και ζούμε εδώ όλοι μαζί. Δες λοιπόν τη συμπεριφορά μας. Αυτό είναι ένα πολύ εύκολο πράγμα να το παρατηρήσεις. Περί αυτού πρόκειται, είναι πάρα πολύ απλό. Το θέμα είναι ότι τα παιδιά το ξέρουν πολύ καλά. Πρέπει να βρεις κάποιον, δεν γίνεται. Πρέπει να δηλώσεις κάπου την ελάχιστή σου επιβολή. Ενώ διαφορετικά, τι ωραία θα περνάγαμε, θα γελάγαμε, θα μαζευόμασταν, θα λέγαμε ιστορίες.

Νίκος Κανάβαρης: Η σύνδεση εδώ έρχεται με αυτό που λέει η Δανάη ότι οι Μέλισσες δεν είναι ένας ιδεαλισμός. Είναι κάτι το οποίο είναι πολύ εύκολο. Είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει ο Γεράσιμος.

Η αγόρευση του Θανάση Καμπαγιάννη εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2020 και κυκλοφορεί με τον τίτλο «Με τις Μέλισσες ή με τους Λύκους» από τις εκδόσεις Αντίποδες.

 

Συντελεστές

Ερμηνεία: Γεράσιμος Γεννατάς

Μουσική: Παύλος Κατσιβέλης, Γιώργος Χανός

Σκηνοθετική επιμέλεια: Δανάη Λιοδάκη

Σκηνογραφική επιμέλεια: Νικόλας Κανάβαρης

Δραματουργική επεξεργασία: Λυδία Λιοδάκη, Δανάη Λιοδάκη
 Φωτογραφίες: Μαριάννα Στεφανίτση

Διεύθυνση παραγωγής: Φοίβος Πετρόπουλος

Σχεδίαση αφίσας: Πέτρος Βούλγαρης

*Ο κινηματογράφος Τριανόν λειτουργεί ως θερινός με αυτόματη ανοιγοκλειόμενη οροφή εξασφαλίζοντας τη διεξαγωγή της εκδήλωσης ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών.

Exit mobile version