Σκέψου

Σκέψου

Πολ Μέισον: Τελειώσαμε με την Χρυσή Αυγή, όχι με την ακροδεξιά

Share:

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email

Όταν πρωτογνώρισα τον Ηλία Παναγιώταρο, ήταν στο βαριά οχυρωμένο κατάστημα που λειτουργούσε ως επιχείρηση ένδυσης και πολιτικό αρχηγείο του. Σκληροτράχηλοι άντρες φύλαγαν την πόρτα, ενώ ορισμένες εσωτερικές πόρτες ήταν οχυρωμένες με χαλύβδινες πλάκες. Οι τοίχοι της αυλής ήταν ψηλοί και γύρω-γύρω υπήρχε σύρμα ξυραφιού. «Είμαστε σε εμφύλιο πόλεμο», μου είπε. «Ένα νέο είδος εμφυλίου πολέμου: από τη μία πλευρά θα υπάρχουν εθνικιστές σαν εμάς. Από την άλλη πλευρά θα υπάρξουν αναρχικοί και άνθρωποι που κατέστρεψαν αυτή τη χώρα».

Του Πολ Μέισον

Αυτό έγινε το 2012, στο απόγειο της δύναμης της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα. Το πιο βίαιο φασιστικό κόμμα στην Ευρώπη είχε κερδίσει 21 έδρες στο ελληνικό κοινοβούλιο, με 7% των ψήφων. Χρησιμοποιώντας την ασυλία του από τη δίωξη, ο Παναγιώταρος είχε μόλις καθοδηγήσει μια ομάδα σε επίθεση ενάντια στη θεατρική παραγωγή του έργου «Corpus Christi» του Τέρενς ΜακΝάλι. Από τις άλλες επιθέσεις της Χρυσής Αυγής, πιο γνωστές ήταν εκείνες σε πάγκους μεταναστών σε λαϊκές αγορές και σε αναρχικά κοινωνικά κέντρα.

Η βία μας, μου είπε, ελέγχεται. Αν δεν το κάναμε, οι υποστηρικτές μας θα έπαιρναν τα πράγματα στα χέρια τους. Με την Ελλάδα να κλονίζεται από τη λιτότητα και τη συναίνεση για δημοκρατική κυβέρνηση και συμμετοχή στην Eυρωζώνη να εξατμίζεται, ο Παναγιώταρος προέβλεψε ότι ο τότε συνασπισμός όλων των κομμάτων θα αποτύχει, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναλάβει την εξουσία, ότι θα αποτύχει με τη σειρά του και στη συνέχεια η Χρυσή Αυγή θα αναλάβει εντός τριών ετών. «Μόνο αν μας κηρύξουν παράνομους μπορούν να μας σταματήσουν».

Εγκληματική οργάνωση

Αντ’ αυτού, στις 7 Οκτωβρίου 2020, ο Παναγιώταρος, μαζί με άλλους επτά αρχηγούς της Χρυσής Αυγής, καταδικάστηκαν για τη σύσταση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Το τριμελές εφετείο της Αθήνας καταδίκασε τον Ρουπακιά για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, αντιφασίστα μουσικού, ενώ άλλοι καταδικάστηκαν για οργάνωση επίθεσης κατά των μεταναστών αλιέων. Ωστόσο, η καταδίκη για τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης ήταν η σημαντικότερη απόδειξη της ενοχής τους, συμπεριλαμβανομένου του ευρωβουλευτή Γιάννη Λαγού.

Μεταξύ του 2007, όταν άρχισε να ενισχύεται εκλογικά από την οικονομική κρίση, και του 2017, η Χρυσή Αυγή υπήρξε κάτι που θα ήταν αδύνατο να υπήρχε σε μια προηγμένη δημοκρατία: Ένα κοινοβουλευτικό κόμμα και παράλληλα μια βίαιη, ρατσιστική πολιτοφυλακή. Συσσώρευσε όπλα. Τα μέλη της διεξήγαγαν μυστικές, απόκρυφες τελετουργίες με ναζιστικά σύμβολα. Εκπαίδευσε και ανέπτυξε ομάδες κρούσης στο πρότυπο του Sturmabteilung του Χίτλερ, οι πολιτικοί της επιτέθηκαν σωματικά σε αντιπάλους πολιτικούς σε τηλεοπτικά στούντιο και επίσης η Χρυσή Αυγή απολάμβανε την υποστήριξην από θύλακες μέσα στις αστυνομικές δυνάμεις και στα ΜΑΤ.

Στο αποκορύφωμα της επιρροής της ήταν σε θέση να σημειώσει 14% στις δημοσκοπήσεις. Τον Ιούνιο του 2012 είχε πάρει έναν στους δέκα ψηφοφόρους από το συντηρητικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και σχεδόν έναν στους πέντε από το ξενοφοβικό, εθνικιστικό κόμμα ΛΑΟΣ. Ρώτησα τον Παναγιώταρο γιατί, δεδομένης της πιθανότητας εισόδου του κόμματος στη Βουλή, η Χρυσή Αυγή δεν εγκατέλειψε τη βία, όπως έκαναν και άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα και δεν υιοθέτησε μια συνταγματική μορφή δεξιού λαϊκισμού. Η απάντησή του ήταν «Γιατί δεν χρειάζεται».

Μια μεγάλη δίκη έφτασε στο τέλος της, κλείνοντας ένα επαίσχυντο κεφάλαιο όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη. Η Χρυσή Αυγή είχε εν τω μεταξύ χάσει τις έδρες της στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Ένα νέο ωστόσο ακροδεξιό κόμμα αντικαθιστά την Χρυσή Αυγή στη Βουλή, η ανοιχτά φιλορωσική Ελληνική Λύση, που έχει δέκα βουλευτές και το 4% των ψήφων.

Η ακροδεξιά αυξάνεται, δεν υποχωρεί

Ο κίνδυνος της ακροδεξιάς στην υπόλοιπη Ευρώπη αυξάνεται και δεν υποχωρεί. Στις 6 Οκτωβρίου, έκθεση της γερμανικής κυβέρνησης κατέγραψε 1.400 περιπτώσεις εξτρεμιστικής δραστηριότητας στην αστυνομία, το στρατό και τις υπηρεσίες πληροφοριών. Μια ολόκληρη εταιρεία ειδικών δυνάμεων διαλύθηκε μετά την ανακάλυψη της ακροδεξιάς δραστηριότητάς της. Αν και η γερμανική κυβέρνηση αρνήθηκε ότι το πρόβλημα είναι «διαρθρωτικό», η έκθεση ανέφερε ότι τα δεξιά εξτρεμιστικά δίκτυα ήταν μεγαλύτερα από αυτά που είχαν ανακαλυφθεί στο παρελθόν και αποτελούσαν «σημαντικό κίνδυνο για το κράτος και την κοινωνία».

Το νεοναζιστικό Σκανδιναβικό Κίνημα Αντίστασης επέλεξε στα τέλη Σεπτεμβρίου να «τιμήσει» το Γιομ Κιπούρ, την πιο ιερή ημέρα στο εβραϊκό ημερολόγιο, προκαλώντας 20 αντισημιτικές επιθέσεις σε συναγωγές σε όλη τη Δανία, τη Σουηδία, τη Νορβηγία και την Ισλανδία, μοιράζοντας επίσης αντισημιτικές αφίσες και φυλλάδια. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Φινλανδίας απαγόρευσε ουσιαστικά την ομάδα, η οποία φέρεται να έχει εκατοντάδες μέλη και στις πέντε παραπάνω χώρες.

Η πολιτική βία της ακροδεξιάς αυξάνεται επίσης στην Ιβηρική Χερσόνησο. Στην Ισπανία, η εκλογική άνοδος του Vox και η αντίδραση κατά της καταλανικής ανεξαρτησίας έχουν καταστήσει τη χώρα την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της βίας κατά της αριστεράς.

Στη Μεγάλη Βρετανία, όπου το περιεχόμενο των social media επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη δημόσια ρητορική και την πολιτική ατζέντα στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αντίδραση κατά του Black Lives Matter έχει αλλάξει το περιεχόμενο της ακροδεξιάς προπαγάνδας. Ενώ οι προηγούμενες εκφάνσεις του φασισμού στόχευαν κυρίως στο Ισλάμ, το τεράστιο μέγεθος και η μαχητικότητα των διαμαρτυριών του BLM έχουν επαναεστιάσει τη ρητορική μίσους ενάντια στο φυλετικό μίσος. Στη νεοσυσταθείσα ομάδα Patriotic Alternative, η οποία σκοπεύει να συγκεντρώσει τα διαφορετικές πτέρυγες του βρετανικού δεξιού εξτρεμισμού, η αφήγηση της αμερικανικής «φυλετικής επιστήμης» είναι κυρίαρχη, όπως και η υπεράσπιση της δουλείας και οι επιθέσεις κατά της αντιρατσιστικής διδασκαλίας στα σχολεία.

Τις τελευταίες εβδομάδες διαδηλώσεις αρκετών χιλιάδων στο Λονδίνο είδαν θεωρητικούς της συνωμοσίας, ομάδες εναντίον εμβολιασμών και του 5G να ενώσουν τις δυνάμεις τους με αρνητές του Covid-19 και ακροδεξιές ομάδες, αψηφώντας τις απαγορεύσεις για δημόσιες συγκεντρώσεις. Ακόμη και στην Ιρλανδία, όπου το αριστερό ρεπουμπλικανικό κίνημα είχε περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τον ξενοφοβικό εθνικισμό, η πανδημία έχει αναδείξει ένα διαφορετικό μείγμα «Κίτρινων Γιλέκων», αντι-άμβλωσης και ρεπουμπλικανών αντιφρονούντων που τους ενώνει η θέση ενάντια στη χρήση μάσκας και στο εμβόλιο κατά του κορονοϊού.

Ρωσική συνεργασία

Αυτές και άλλες ομάδες, φυσικά, ενισχύονται από τη ρωσική στρατηγική των υβριδικών πολέμων. Το επίκεντρο της Ρωσίας στην Ευρώπη είναι τα ακραία κοινοβουλευτικά κόμματα: Το κόμμα της Ενωμένης Ρωσίας του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν έχει μια επίσημη συμμαχία με τον Σαλβίνι και τη Λέγκα του Βορρά, με το Freiheitliche Partei Österreichs στην Αυστρία, ενώ στη Γαλλία συνεργάζεται με το κόμμα της Μαρίν Λεπέν, το Rassemblement National, το οποίο έλαβε ένα δάνειο 9 εκατομμυρίων ευρώ από μια ρωσική τράπεζα.

Υπάρχει όμως κι ένα δεύτερο επίπεδο συνεργασίας. Το 2015 η Ρωσία φιλοξένησε ένα διεθνές συνέδριο με τη συμμετοχή της Χρυσής Αυγής, στελεχών του Nazionaldemokratische Partei της Ολλανδίας και του ακροδεξιού ομίλου Forza Nuova στην Ιταλία. Φέτος, γερμανικά ΜΜΕ αποκάλυψαν ότι το Ρωσικό Αυτοκρατορικό Κίνημα, μια παραστρατιωτική ομάδα που χαρακτηρίστηκε «τρομοκρατική» από τις ΗΠΑ, είχε εκπαιδεύσει νεοσύλλεκτους από τη Γερμανία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, μερικοί από τους οποίους υπηρετούσαν σε ρωσικές μονάδες στη σύγκρουση στην ανατολική Ουκρανία.

Έτσι, οι ετυμηγορίες για τη Χρυσή Αυγή, μπορεί να αντιπροσωπεύουν το «κλείσιμο» ενός προηγούμενου κύματος ευρωπαϊκού ακροδεξιού εξτρεμισμού, αλλά όχι απάντηση σε αυτό που αναδύεται. Σε αντίθεση με την προηγούμενη στόχευση των ακροδεξιών κομμάτων απέναντι στην λιτότητα και στους πρόσφυγες, το σημερινό κύμα καθοδηγείται από τα γεγονότα στις ΗΠΑ και, παρόλο που επωάστηκε στο διαδίκτυο, χρησιμοποίησε όλο και περισσότερο τις διαμαρτυρίες κατά της μάσκας και της πανδημίας για να βγει ξανά στο δρόμο, όπως συνέβη και με την απόπειρα εισβολής στο Ράιχσταγκ τον περασμένο Αύγουστο στο Βερολίνο.

Και ενώ ο νεοναζισμός της Χρυσής Αυγής ήταν μια κληρονομική ιδεολογία, ο νεοναζισμός της αμερικανικής ακροδεξιάς εστιάζει σε νέα πεδία: Ακροδεξιές ομάδες επικοινωνίας μέσω της εφαρμογής Telegram συνδυάζουν τον νεοναζισμό του Machtergreifung—αντικαπιταλισμός, αντισημιτισμός, μισογυνισμός και υπεροχή της άριας φυλής—με ένα κοινωνικοπολιτικό πρόγραμμα αμερικάνικου φιλελεύθερου συντηρητισμού. Μέσα σε αυτό το θολό πλαίσιο, αναμειγνύονται και αλέθονται όλα, με τελευταίο παράδειγμα τη σύγκρουση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όπου η διεθνής ακροδεξιά βρίσκεται στο πλευρό των Αρμένιων, ως του «πρώτου χριστιανικού κράτους», όπως δηλώνει.

Εκλογές στις ΗΠΑ

Το μέλλον αυτών των κινημάτων εξαρτάται από το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ. Η σιωπηρή έγκριση του Proud Boys, ενός βίαιου, λευκού, σεξιστικού κινήματος, από το περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου, τροφοδοτεί ένα ανησυχητικό σενάριο: δραστηριότητες καταστολής ψηφοφόρων από την ακροδεξιά την ημέρα των εκλογών, άρνηση αναγνώρισης του εκλογικού αποτελέσματος ή απόπειρα αποτροπής της μέτρησης των ταχυδρομικών ψήφων, χάος στους δρόμους της χώρας.

Παραδόξως, υπό αυτό το πρίσμα, η νίκη για τον υποψήφιο των Δημοκρατών, Τζο Μπάιντεν, θα μπορούσε να συνιστά τη μεγαλύτερη ευκαιρία για την ακροδεξιά της Ευρώπης. Οι υποστηρικτές του Τραμπ, που ήδη προσυπογράφουν τη συνωμοσία QAnon, θα μπορούσαν να έχουν μια συγκρατημένη ρητορική σε μια προεδρία Μπάιντεν, διαμορφώνοντας όμως μια ένοπλη κινητοποίηση και ασκώντας βία στους δρόμους, καθώς και ενέργειες και πρωτοβουλίες που θα «παντρεύουν» το ευαγγελικό δόγμα με την ακροδεξιά.

Η Χρυσή Αυγή, ελπίζουμε να εξαφανιστεί, ωστόσο η ευρωπαϊκή ακροδεξιά αντλεί υποστήριξη και πόρους από αυταρχικούς συντηρητικούς κύκλους που κυβερνούν στις ΗΠΑ και στη Ρωσία. Η ένταση του ακροδεξιού διαδικτυακού λόγου είναι αδύνατο να μετριασθεί, με τις ακροδεξιές ομάδες να πληθαίνουν στα κοινωνικά δίκτυα.

Η υπόθεση της Χρυσής Αυγής, βέβαια, αφήνει και μια ισχυρή παρακαταθήκη: Ένα πολιτικό κόμμα που έχει βίαιη πολιτοφυλακή δεν μπορεί να μην διώκεται δικαστικά, δεν μπορεί να λειτουργεί ελεύθερα μέσα σε μια κοινωνία. Κι αυτό ίσως είναι καθοριστικό για τη συνέχεια.

* Ο Πολ Μέισον είναι βραβευμένος συγγραφέας, δημοσιογράφος, παραγωγός ενημερωτικών εκπομπών και κινηματογραφιστής. Το άρθρο δημοσιεύεται σε συνεργασία με το IPS-Journal και το Social Europe.

Δείτε επίσης :

Share:

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email