Σκέψου

Σκέψου

«Politainment»

Politainment

Share:

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email

Πολιτική, ψυχαγωγία, δημοσιογραφία συγχωνεύονται για να δημιουργήσουν προϊόντα που θα γεννήσουν προσδοκίες, θα προβάλουν γεγονότα που διεγείρουν χωρίς να πληροφορήσουν, θα κατασκευάσουν «γνώμες» που θα υιοθετήσουμε ως δικές μας.

Του Κώστα Αργυρού

Πάνε περίπου 10 χρόνια, από τότε που έκανα μια συνέντευξη με τον Νόρμπερτ Μπολτς, καθηγητή Γλώσσας και Επικοινωνίας στο Πολυτεχνείο του Βερολίνου. Αφορμή για να τον αναζητήσω είχε σταθεί ο όρος «Politainment», τον οποίο ανέφερε σε ένα βιβλίο του και στον οποίο έχουν αναφερθεί συχνά και άλλοι πολιτικοί επιστήμονες. Ουσιαστικά εννοούν τη συγχώνευση πολιτικής και ψυχαγωγίας με «κουμπάρα» τη δημοσιογραφία. Είναι η στιγμή που ο πολιτικός μετατρέπεται σε ένα προϊόν, όπου το περιτύλιγμα και η προσδοκία έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από το περιεχόμενο. Οπου το συναίσθημα ή καλύτερα η «αίσθηση» υποκαθιστά πλήρως την κριτική σκέψη. Ο πολιτικός έχει πλέον μεταμορφωθεί σε ένα «σταρ» που παίζει ένα ρόλο, αλλά όχι όπως δεκαετίες πριν στον χωροταξικά περιορισμένο χώρο σε ένα κοινοβούλιο, αλλά στις παντός είδους οθόνες των ΜΜΕ, τα οποία στην ιδανική περίπτωση έχουν επεξεργαστεί μαζί του την όλη σκηνοθεσία. Γιατί σταρ χωρίς μελετημένη σκηνοθεσία δεν γίνεται.

Εκείνη την εποχή η μέθοδος δεν είχε τελειοποιηθεί ακόμα στην Ελλάδα. Αλλωστε όπως είχε πει κάποτε και ένας ξένος διπλωμάτης: «αν μάθω ότι έρχεται το τέλος του κόσμου, τότε θα καταφύγω στην Ελλάδα. Εκεί όλα έρχονται με μερικές δεκαετίες καθυστέρηση». Δεν χρειάστηκε ωστόσο να περάσουν τόσες πολλές δεκαετίες. Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή ζούμε την απόλυτη κυριαρχία του «Politainment» στην Ελλάδα του «κούκλου» πρωθυπουργού και της «υπέρκομψης» συζύγου του, που κλέβουν καρδιές στο instagram και στο twitter. Μαζί με αρκετούς συμπρωταγωνιστές σε δεύτερους και τρίτους ρόλους, για να μην είναι τόσο μονόπλευρη η διανομή των ρόλων.

Η επικράτηση του «πολιτικού design» απέναντι στα άχρηστα πια πολιτικά προγράμματα είναι ολοκληρωτική. Ή πιστεύετε ότι θυμάται κανείς βουλευτής τι έλεγε το προεκλογικό «πρόγραμμα» του κόμματός του; Βασικό εργαλείο έγινε η προσωποποίηση. Ο πολιτικός που μπορεί να πουλάει εικόνες, να γενικολογεί με ευκολία, να εκφράζει απόψεις πέραν των παραδοσιακών «στεγανών» του κόμματός του, που μπορεί να απαλλάσσεται από προπατορικά παραταξιακά αμαρτήματα, γιατί αυτός είναι το προϊόν και όχι το κόμμα του. Για τα ΜΜΕ  η κατάσταση αυτή μοιάζει ιδανική, επειδή είναι απλουστευτική και εύκολα αναμεταδόσιμη. Τους αρκούν συγκεκριμένα πρόσωπα ως «επώνυμα προϊόντα», όπως έλεγε ο Μπολτς, για να εκπληρώσουν συγκεκριμένες προσδοκίες σε προκαθορισμένους ρόλους. Και όσο πιο προβλέψιμα είναι αυτά, που έχουν να μεταδώσουν οι «σταρ» τόσο ταχύτερα μπορούν να το κάνουν, σε μια εποχή, που η ταχύτητα μετράει περισσότερο από την ουσία. Σημαντικό είναι να «εμφανίζεσαι» και όχι απαραίτητα να εξηγείς. Απαραίτητο για τα Μέσα να μπορούν να διεγείρουν και όχι να πληροφορήσουν. Πόνος, καταστροφές, απειλές. Αλλά και «οι απλές χαρές της ζωής», οι «ξέγνοιαστες στιγμές», οι «ανθρώπινες πλευρές», «το γέμισμα των μπαταριών».

Οχι ότι έχουμε να κάνουμε με καμιά μεγάλη πρωτοτυπία. Το πουκάμισο χωρίς σακάκι, αλλά με γραβάτα, που όταν βγαίνουν τα «επώνυμα προϊόντα» για να «σμίξουν με τους ανώνυμους πολίτες», γίνεται πουκάμισο χωρίς σακάκι και χωρίς γραβάτα είναι για παράδειγμα σήμα κατατεθέν του Εμανουέλ Μακρόν. Ενός εξ’ ολοκλήρου σχεδόν κατασκευάσματος του «Politainment».

Η επιτυχία του συστήματος αυτού στηρίζεται ακριβώς στην στελέχωσή του από μια καλά οργανωμένη μειονότητα, που μπορεί να καθορίζει τη θεματολογία, να παγιώνει την «γνώμη» σε ένα κόσμο, που οι περισσότεροι προτιμούν να είναι ετερόβουλοι, παρά απομονωμένοι. Από την κυρία Ντιντί στο χωριό που θα φοράει πάντα μαύρα, αλλά θα καμαρώνει για τα φανταχτερά σύνολα της «πρώτης κυρίας» και θα ψηφίζει το ίδιο κόμμα ακόμα κι αν σβήσει ο ήλιος, μέχρι τον δευτεροκλασσάτο πολιτικό συντάκτη που υπερθεματίζει όταν οι παλιοί αρχίζουν να αραδιάζουν αμπελοφιλοσοφίες περί πολιτικής ηγεμονίας του εκάστοτε «σταρ». Επειδή και οι δύο θέλουν να ανήκουν σε μια πλειοψηφία, να αισθάνονται ότι έχουν δίκιο, να μην αμφισβητούνται οι απόψεις τους. Είναι άλλωστε η εποχή που στερεί στους περισσότερους το χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να αντιπαραβάλουν το «ρεπορτάζ» με την πραγματικότητα. Εκτός αν κατά σύμπτωση το «ρεπορτάζ» συγκρουστεί με μια δική τους κοντινή πραγματικότητα. Ισως τότε το προϊόν να αρχίσει να αμφισβητείται και να αναζητά κανείς το πεταμένο πια περιτύλιγμα για να διαβάσει τα πραγματικά συστατικά του.

Ο Μπολτς σημείωνε λοιπόν και κάτι άλλο, που αξίζει να το θυμόμαστε: «Η προσωποποίηση της πολιτικής είναι η διέξοδος από την ανικανότητα: η κρίση για πρόσωπα υποκαθιστά την κρίση για αντικειμενικά ζητήματα». Το ερώτημα που αυτονόητα προκύπτει είναι τι μπορεί να συμβεί, αν κάποια στιγμή τα αντικειμενικά ζητήματα γίνονται τόσο ζοφερά, που κανένα λούστρο δεν θα είναι ικανό να τα καλύψει. Αλλά και για αυτό το πρόβλημα το (πολιτικό) μάρκετινγκ έχει δώσει λύσεις προ πολλού. Οταν ένα προϊόν παύει πια να διασκεδάζει, θα εμφανιστεί το επόμενο, που θα δημιουργήσει νέες προσδοκίες (πολιτικής) ψυχαγωγίας.

 

Αν σας ενδιαφέρει να διαβάσετε περισσότερα, αναζητείστε  το βιβλίο του Norbert Bolz,

«Το Αλφαβητάρι των Μέσων», Εκδόσεις Σμίλη

Share:

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email