Ρεπορτάζ ROSA: Το κράτος δικαίου στο στόχαστρο;

«Προσβλέπω σε μία κοινωνία που σέβεται τα δικαιώματα, όπως περιγράφονται στο Σύνταγμα, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο κείμενο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», είχε δηλώσει η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου στην αντιπροσωπεία της Βουλής που την επισκέφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας για να της ανακοινώσει την εκλογή της ως Προέδρου της Δημοκρατίας, φέτος τον Ιανουάριο.

Του Δημήτρη Ραπίδη

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε τότε το στίγμα για τα μείζονα θέματα με τα οποία θα ασχοληθεί η Προεδρία στη θητεία της. Θέματα τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα του κράτους δικαίου και συνδέουν την οικονομική κρίση με την υποχώρηση των δικαιωμάτων, το προσφυγικό με την αστυνομική καταστολή και αυθαιρεσία, την προστασία και θωράκιση του Συντάγματος απέναντι σε συνθήκες «ορμπανοποίησης» της κοινωνικής ζωής και των θεσμών, που καλλιεργούνται από την πολιτική ηγεσία.

Από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, από ακαδημαϊκούς και πολιτικούς αναλυτές, από ένα σύνολο δημόσιων δρώντων εκφράζεται ένας βαθύς προβληματισμός για το που οδεύει το κράτος δικαίου στην Ελλάδα. Προβληματισμός που έχει κορυφωθεί τον τελευταίο χρόνο, με τα περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας να πολλαπλασιάζονται, με ζητήματα παραβίασης του διεθνούς δικαίου στο προσφυγικό να βρίσκονται διαρκώς στην επικαιρότητα, με τα ρεφλέξ των ανεξάρτητων Αρχών να γίνονται όλο και πιο αδύναμα και την Ελλάδα να βρίσκεται στον πάτο του σχετικού πίνακα των «Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα» για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ζήτημα της ελευθεροτυπίας.

Ζητήσαμε τη γνώμη του Ακρίτα Καϊδατζή, επίκουρου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ και πρώην γ.γ. της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, του Θανάση Καμπαγιάννη, δικηγόρου, συνήγορου πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής και συμβούλου του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, καθώς και του Δημήτρη Χριστόπουλου, πολιτειολόγου, καθηγητή στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, προέδρου της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από το 2016 έως το 2019.

Η συμβολή και των τριών είναι καταλυτική στην κατανόηση μιας σειράς κρίσιμων θεμάτων που με μια πρώτη ματιά φαίνεται να μην συνδέονται, αλλά τελικά υπάρχει ένα νήμα που τα συνδέει μεταξύ τους: Από τον νόμο Χρυσοχοΐδη για τις συναθροίσεις μέχρι την αστυνομική βία, και από τον εκδημοκρατισμό του αστυνομικού σώματος μέχρι το προσφυγικό.

Προβλήματα αντισυνταγματικότητας στον νόμο Χρυσοχοΐδη για τις διαδηλώσεις

 Οι τρεις συνομιλητές μας συντείνουν στη θέση ότι στο νόμο Χρυσοχοΐδη για τις διαδηλώσεις εντοπίζονται μείζονα ζητήματα αντισυνταγματικότητας και διακρίνουν τρία προβληματικά σημεία του νόμου: Την υποχρέωση γνωστοποίησης, τη δυνατότητα της αστυνομίας να επιβάλλει περιορισμούς και την πρόβλεψη ότι για κάθε συνάθροιση πρέπει να προβλέπεται οργανωτής.

Για την υποχρέωση γνωστοποίησης, ο Ακρίτας Καϊδατζής σημειώνει πως «το Σύνταγμα για δύο μόνο λόγους επιτρέπει απαγόρευση συνάθροισης: όταν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια και όταν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής», με τον Θανάση Καμπαγιάννη να προσθέτει για αυτή την πρόβλεψη πως «εάν η συγκέντρωση δεν έχει άδεια από την αστυνομία είναι δυνατόν να διαλυθεί, γεγονός το οποίο είναι απόλυτα αντισυνταγματικό, μιας και άρθρο 11, παρ. 1 του Συντάγματος θέτει ως μοναδική προϋπόθεση για την εξέλιξη μιας διαδήλωσης να είναι αυτή ήσυχη και χωρίς όπλα».

Ο κ. Καμπαγιάννης υπογραμμίζει ότι «ο νόμος Χρυσοχοΐδη είναι παράνομος και αντισυνταγματικός», σημειώνοντας ότι «αυτό είναι το βασικό του ζήτημα, το οποίο δεν είναι δυνατόν να ξεπερασθεί», με τον Δημήτρη Χριστόπουλο να τονίζει ότι «ο νόμος έχει προβλήματα αντισυνταγματικότητάς, περιέχει περιορισμούς στο δικαίωμα της συνάθροισης που δεν αναφέρονται στο Σύνταγμα και έχω την αίσθηση ότι δεν θα μακροημερεύσει», προσθέτοντας ακόμα ότι «ορθώς επισημαίνουμε τα κακώς κείμενα αυτού του νόμου, θα έπρεπε όμως πιο αυτοκριτικά να στεκόμαστε απέναντι στον τρόπο που κατά καιρούς η Αριστερά συνολικά καταχράστηκε το δικαίωμα στο συνέρχεσθαι».

Για τη δημιουργία του θεσμού του οργανωτή, ο οποίος έχει αντικειμενική αστική ευθύνη για ζημιές που τυχόν συμβούν στη διάρκεια της συγκέντρωσης, ο κ. Καϊδατζής σημειώνει πως «η βαρύτατη αυτή ευθύνη λειτουργεί αποτρεπτικά για την άσκηση του δικαιώματος», με τον κ. Καμπαγιάννη να προσθέτει πως «καθιστά την επιλογή της οργάνωσης μιας συγκέντρωσης πάρα πολύ δύσκολη, καθώς είναι τόσο περιοριστική, ώστε στην πραγματικότητα το δικαίωμα του συνέρχεσθαι χάνεται».

Για την εφαρμογή του νόμου, οι συνομιλητές μας επισημαίνουν ότι τα προβλήματα αντισυνταγματικότητας θα αποδειχθούν στην πράξη, με τον Ακρίτα Καϊδατζή να επισημαίνει ότι «εάν η αστυνομία διστάσει να διαλύσει τις συναθροίσεις, ο νόμος θα έχει καταστεί ανενεργός στην πράξη, εάν πάλι τις διαλύσει, η ενέργειά της μπορεί να προσβληθεί δικαστικά και δικαστήρια θα έχουν έτσι την ευκαιρία να διαγνώσουν την αντισυνταγματικότητα του νόμου».

Αυξημένα περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας

Το τελευταίο διάστημα το ζήτημα της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας έχει αρχίσει να παίρνει ευρύτατες διαστάσεις, με τα περιστατικά ακραίας καταστολής να πολλαπλασιάζονται και στη χώρα μας και διεθνώς. Ποια είναι γνώμη των συνομιλητών μας για αυτό το θέμα; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αστυνομική βία και αυθαιρεσία τείνει να αποκτήσει χαρακτηριστικά «κανονικότητας» ή πρόκειται για «μεμονωμένα περιστατικά»;

Δ. Χριστόπουλος: Η αστυνομική βία και αυθαιρεσία στην Ελλάδα δεν είναι κάτι καινοφανές, μη γελιόμαστε

«Η αστυνομική βία και αυθαιρεσία στην Ελλάδα δεν είναι κάτι καινοφανές, μη γελιόμαστε. Είναι μια ενδημική κατάσταση σε συγκεκριμένους θύλακες της αστυνομίας, μια κατάσταση που τροφοδοτείται από την ατιμωρησία. Από το γεγονός δηλαδή ότι κάθε φορά που έχουμε τέτοια φαινόμενα οι πειθαρχικοί έλεγχοι, οι ένορκες διοικητικές εξετάσεις (ΕΔΕ) και οι εισαγγελικές διώξεις γίνονται τελείως προσχηματικά», σημειώνει ο Δ. Χριστόπουλος.

Προσθέτει ακόμα ότι «εάν δεν υπάρξει τιμωρία, εάν δεν υπάρξουν κυρώσεις σε εκείνους που μετέρχονται πράξεις βίας, τότε η αστυνομική βία και αυθαιρεσία θα συνεχίζεται, απλώς είτε θα κουκουλώνεται, είτε κατά καιρούς, όταν το πολιτικό περιβάλλον δεν το ευνοεί, με κάποιο τρόπο θα αυτολογοκρίνεται.  Τώρα η αστυνομία θεωρεί ότι βρίσκεται σε ένα υπηρεσιακό γόητρο το οποίο είναι υψηλό, διότι θεωρεί ότι της αναγνωρίζεται το υπηρεσιακό κύρος από την παρούσα κυβέρνηση, ενώ από την προηγούμενη δεν της αναγνωριζόταν τόσο, με αποτέλεσμα τα φαινόμενα βίας να είναι μεγαλύτερα και περισσότερα από αυτά που ήταν πριν». Υπογραμμίζει επίσης ότι «δεν θέλω να λέμε ότι τώρα γίνεται ‘κανονικότητα’, αυτό υπάρχει πάντα, καθώς δεν έχει ποτέ καταπολεμηθεί ουσιαστικά και σοβαρά – κι αυτό περιλαμβάνει και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ».

Θ. Καμπαγιάννης: Τα περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας δεν είναι «μεμονωμένα»

«Δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε τον χαρακτηρισμό του Υπ. ΠΡΟ.ΠΟ, κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, για ‘μεμονωμένα περιστατικά’ αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, μιας και τους τελευταίους μήνες τα περιστατικά είναι τόσα πολλά που δυστυχώς δεν είναι μεμονωμένα», επισημαίνει ο Δ. Καμπαγιάννης. «Από την υπόθεση Ινδαρέ, την εισβολή των ΜΑΤ στην ΑΣΟΕΕ, τις επιδρομές της αστυνομίας στις πλατείες της Αγίας Παρασκευής και του Αγ. Γεωργίου στη Κυψέλη, τον αναίτιο ξυλοδαρμό δύο νεαρών στα Σεπόλια, τον βάρβαρο ξυλοδαρμό του Βασίλη Μάγγου στο Βόλο που είχε και αναντίρρητα συνέπεια στην κατάληξή του, στον θάνατό του, μέχρι τα πιο τελευταία περιστατικά μετά την ψήφιση του νόμου», προσθέτει ο κ. Καμπαγιάννης, για να συμπληρώσει ότι «τα περιστατικά είναι τόσα πολλά και τόσο συστηματικά που υποδεικνύουν ένα συστημικό πρόβλημα αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας».

Είναι εφικτός ο εκδημοκρατισμός της ελληνικής αστυνομίας;

Με αφορμή τη δολοφονία του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικό στη Μινεάπολη και το «τσουνάμι» οργής των πολιτών απέναντι στη ρατσιστική και φυλετική βία της αστυνομίας, έχει ξεκινήσει εκ νέου μια προσπάθεια διαλόγου για τη μεταρρύθμιση στο αστυνομικό σώμα στις ΗΠΑ.

Με όσα έχουν μεσολαβήσει αυτά τα χρόνια, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, με όσα διαδραματίζονται το τελευταίο διάστημα και όσα έχουν προκύψει στο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό χάρτη, μέρους του οποίου είναι και η Ελλάδα, το ζήτημα του εκδημοκρατισμού της αστυνομίας είναι σήμερα και πάλι επίκαιρο. Μπορεί όμως η Αριστερά να περάσει από έναν δικαιωματικό λόγο σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο προτάσεων εκδημοκρατισμού; Πως η διαδικασία εκδημοκρατισμού μπορεί να αναπτυχθεί σε θεσμικό και πολιτικό επίπεδο;

«Βελτιωτικά μέτρα μπορούν να υπάρξουν. Υπάρχουν όμως εγγενή όρια. Ό,τι και να γίνει, η αστυνομία παραμένει κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους», σημειώνει ο κ. Καϊδατζής και προσθέτει πως «μια πρόταση που έγινε προσφάτως και αξίζει να συζητηθεί είναι να θεσπιστεί διαφάνεια στη δράση της αστυνομίας όταν ενεργεί δημοσίως, ιδίως κατά την αστυνόμευση διαδηλώσεων. Να αναγνωριστεί το δικαίωμα σε κάθε πολίτη, ενδεχομένως και σε ανεξάρτητους παρατηρητές, να καταγράφουν με εικόνα και ήχο τις αστυνομικές ενέργειες, να απαγορεύεται οι αστυνομικοί να καλύπτουν τα διακριτικά τους, ώστε να είναι δυνατή η εξατομίκευση της ευθύνης».

Ο κ. Χριστόπουλος υπογραμμίζει ότι «είναι απαραίτητο να εκδημοκρατιστεί η αστυνομία» και σημειώνει πως «καλή αστυνομία μπορεί να μην έχουμε, μπορούμε όμως να έχουμε καλύτερη αστυνομία, που να λογοδοτεί, που να είναι καλύτερα εκπαιδευμένη από ό,τι είναι τώρα, που είναι πιο κοντά στις ανάγκες του ανθρώπου». Προσθέτει επίσης ότι «η Αριστερά σε αυτό το θέμα δεν μπορεί να μην πρωταγωνιστεί, δεν μπορεί να αφήνει αυτό το ερώτημα και να λέει ‘η αστυνομία είναι a priori κακός’».

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Καμπαγιάννης ξεκαθαρίζει ότι «εάν μια κυβέρνηση θέλει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, το πρώτο πράγμα το οποίο θα έπρεπε να κάνει είναι να στείλει ένα μήνυμα μηδενικής ανοχής, να χαράξει μια κόκκινη γραμμή και να τιμωρήσει τα περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, που είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό το οποίο βλέπουμε από την παρούσα κυβέρνηση, η οποία όχι μόνο δεν τιμωρεί τα περιστατικά αυτά, αλλά τα συγκαλύπτει».

Ο κ. Καμπαγιάννης τονίζει επίσης ότι «θα ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον η προηγούμενη κυβέρνηση εάν άνοιγε το συγκεκριμένο ζήτημα και εάν επιχειρούσε να κάνει αυτές τις αλλαγές προκειμένου πραγματικά να δούμε εάν μπορεί να υπάρξει εκδημοκρατισμός», ωστόσο, όπως δηλώνει, «μιλώντας όχι με όρους ιδεολογικούς, αλλά με όρους καθαρά ιστορίας και εμπειρίας της προηγούμενης τετραετίας, η εικόνα είναι ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν άγγιξε το συγκεκριμένο ζήτημα».

Στο επίπεδο των προτάσεων για τον εκδημοκρατισμό του αστυνομικού σώματος, ο κ. Καμπαγιάννης συμπλήρωσε ότι «είμαι βέβαιος ότι ένα πρόγραμμα πολύ ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε ίσως να ανοίξει τη συζήτηση, να με κάνει τουλάχιστον να το συζητήσω, αλλά αυτό το πλαίσιο θα απαιτούσε το κλείσιμο της αστυνομίας και την επανέναρξη της λειτουργίας της, θέτοντας το ζήτημα σε όλους όσους υπηρετούν σε αυτή να ορκιστούν ξανά στη νομιμότητα και στην τήρηση του κράτους δικαίου». Εκτίμησε, τέλος, στο πλαίσιο υιοθέτησης μιας τέτοιας πρότασης, ότι «ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της σημερινής αστυνομίας δεν θα περνούσε αυτό το τεστ».

«Η Ελλάδα έχει το ρόλο του ‘μουτζούρη’ στο προσφυγικό»

Στην ερώτησή μας για το ποια είναι τάση σήμερα σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο στο προσφυγικό, ο Δημήτρης Χριστόπουλος εκτιμά ότι «η γενική τάση είναι προς το αρνητικό από πλευράς προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων. Η τάση μπορεί πιθανώς να έχει μια μικρή ανάσχεση τώρα που η Γερμανία αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, να πείσει δηλαδή του κεντροευρωπαίους να δεχθούν μερικούς πρόσφυγες, αλλά αυτό δεν θα είναι ικανό να ανατρέψει τη συλλογική προοπτική, που είναι προς την κατεύθυνση ουσιαστικά ακύρωσης της Συνθήκης της Γενεύης».

Για το πως ακυρώνεται στην πράξη η Συνθήκη της Γενεύης, ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου σημειώνει ότι «με το να πληρώνεις του γείτονές σου ή την περιφέρειά σου για να γίνονται ΄πάρκινγκ ανθρώπων΄, ουσιαστικά υπονομεύεται, εκφυλίζεται το περιεχόμενο της Συνθήκης της Γενεύης, η αρχή της μία επαναπροώθησης και η αρχή του ασύλου δηλαδή. Σε αυτή τη λογική ο ρόλος της Ελλάδας είναι ο ρόλος του ‘μουτζούρη’ με κάποιο τρόπο, είναι αυτός που αναλαμβάνει να κάνει τη βρόμικη δουλειά. Όσο η χώρα χαίρεται ή επαίρεται που της έδωσαν το ρόλο της ασπίδας, τόσο περισσότερο θα εμπεδώνεται αυτός ο ρόλος και θα μπαίνουμε μέσα σε αυτή τη λογική που είναι εξαιρετικά προβληματική. Και για τα δικαιώματα των προσφύγων, και για την κοινωνική συνοχή στην Ελλάδα, όπως τα γεγονότα και τα επεισόδια στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου έχουν επανειλημμένως δείξει».

Κλείνουμε όπως ξεκινήσαμε αυτό το ρεπορτάζ, με δηλώσεις δηλαδή της Προέδρου της Δημοκρατίας κας Σακελλαροπούλου. Με αφορμή την 46η επέτειο από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα μας, η ΠτΔ δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «τέλεια δημοκρατία δεν υπάρχει. Η εκπλήρωση των ιδανικών και των υποσχέσεών της είναι μία συνεχής διεκδίκηση, μία δύσκολη και απαιτητική άσκηση. Και έχουμε να κάνουμε πολλά: για την περιφρούρηση του κράτους δικαίου, την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, την ανάπτυξη, την προστασία του περιβάλλοντος, την καλύτερη προοπτική ζωής για τους νέους. Για τη δημιουργία μιας ανοικτής κοινωνίας που μας περιλαμβάνει όλους».

Κινείται η σημερινή κυβέρνηση στην εκπλήρωση των παραπάνω στόχων; Ο κάθε πολίτης μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του.

Exit mobile version